μετάλλευμα
•
- υλικό που περιέχει αναμεμειγμένη ποσότητα κάποιου χρήσιμου μέταλλου ή κράματος Βικιλεξικό
- Η μελέτη αυτή αναφέρεται στην έρευνα της περιεκτικότητας κατανομής Cο, Ni και Cu στο μετάλλευμα της περιοχής Ερμιονίδος Αργολίδος (τα Co και Ni ως ιχνοστοιχεία του μεταλλεύματος και ο Cu σαν ολιγοστοιχείο μέσα στο σιδηροπυρίτη) (Ευάγγελος Σοβατζόγλου-Σκουνάκης, Στυλιανός Σκουνάκης, Η κατανομή των ιχνοστοιχείων Co και Ni εις το μετάλλευμα χαλκούχου σιδηροπυρίτου της περιοχής Ερμιονίδος Αργολίδος, 1975 https://digitallibrary.academyofathens.gr/archive/item/12563?lang=el)
Ετυμολογία
μετάλλευμα < λόγια παραγωγή < ελληνιστική κοινή μεταλλεύ(ω) + -μα : Κατά τον Μπαμπινιώτη, < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετάλλευμα | μεταλλεύματα |
| Γενική | μεταλλεύματος | μεταλλευμάτων |
| Αιτιατική | μετάλλευμα | μεταλλεύματα |
| Κλητική | μετάλλευμα | μεταλλεύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →