Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετάξινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μετάξινος, μεταξένιος, μεταξωτός Βικιλεξικό
    • 1892 Αλεξάνδρα Παππαδοπούλου. Η καλή μοίρα. Εστία, 32, 1892, σελ.81-82 @books.google

Ετυμολογία

μετάξινος (μαρτυρείται από το 1871) < μέταξ(α) + -ινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετάξινοςμετάξινημετάξινον
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →