μετάσταση
•
- ιατρικήη εμφάνιση μιας ασθένειας σε άλλο σημείο ενός οργανισμού Βικιλεξικό
- Τότε ακόμη δεν είχε εμφανιστεί ο περίφημος όγκος που την έκανε μουγγή και, τελικά, την πέθανε το 1977, στη έκτη μετάσταση. (Γιάννης Ξανθούλης (1989) Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας [μυθιστόρημα])
- σπάνιοαλλαγή, μεταστροφή Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςανάληψη του σώματος ενός Αγίου μετά την κοίμησή του Βικιλεξικό
- Αυτή είναι η πλέον ζωντανή και πρεπώδης εικών της μεταστάσης εις ουρανόν Θεομήτορος. οπού εζωγράφισε με θεοκίνητον κάλαμον ο Προφητάναξ· και προς την θεωρίαν της εικόνος ταύτης προσκαλώ σήμερον τα όμματα της ευλαβούς σας διανοίας, ω φιλέορτον σύστημα. (Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714), Λόγος εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου)
Ετυμολογία
μετάσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετάστασις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετάσταση | μεταστάσεις |
| Γενική | μετάστασης | μεταστάσεων |
| Αιτιατική | μετάσταση | μεταστάσεις |
| Κλητική | μετάσταση | μεταστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →