Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετάσταση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη εμφάνιση μιας ασθένειας σε άλλο σημείο ενός οργανισμού Βικιλεξικό
    • Τότε ακόμη δεν είχε εμφανιστεί ο περίφημος όγκος που την έκανε μουγγή και, τελικά, την πέθανε το 1977, στη έκτη μετάσταση. (Γιάννης Ξανθούλης (1989) Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας [μυθιστόρημα])
  2. σπάνιοαλλαγή, μεταστροφή Βικιλεξικό
  3. εκκλησιαστικός όροςανάληψη του σώματος ενός Αγίου μετά την κοίμησή του Βικιλεξικό
    • Αυτή είναι η πλέον ζωντανή και πρεπώδης εικών της μεταστάσης εις ουρανόν Θεομήτορος. οπού εζωγράφισε με θεοκίνητον κάλαμον ο Προφητάναξ· και προς την θεωρίαν της εικόνος ταύτης προσκαλώ σήμερον τα όμματα της ευλαβούς σας διανοίας, ω φιλέορτον σύστημα. (Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714), Λόγος εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου)

Ετυμολογία

μετάσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετάστασις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετάστασημεταστάσεις
Γενικήμετάστασηςμεταστάσεων
Αιτιατικήμετάστασημεταστάσεις
Κλητικήμετάστασημεταστάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →