μετάφαση
•
- βιολογία: το δεύτερο στάδιο διαίρεσης του πυρήνα των ευκαρυωτικών κυττάρων, που συμβαίνει μία φορά στη μίτωση και δύο φορές στη μείωση. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετάφαση < μετά + φάση (διεθνής βιολογικός όρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετάφαση | μεταφάσεις |
| Γενική | μετάφασης | μεταφάσεων |
| Αιτιατική | μετάφαση | μεταφάσεις |
| Κλητική | μετάφαση | μεταφάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →