μετάφυση
•
- ανατομίατο αναπτυξιακό τμήμα ενός σωληνοειδούς οστού ανάμεσα στη διάφυση και την επίφυση, όπου γίνεται η αύξηση σε μήκος κατά την παιδική και εφηβική ηλικία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετάφυση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική metaphysis < αρχαία ελληνική μετά + φύσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετάφυση | μεταφύσεις |
| Γενική | μετάφυσης | μεταφύσεων |
| Αιτιατική | μετάφυση | μεταφύσεις |
| Κλητική | μετάφυση | μεταφύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →