μεταβάλλω
•
- μεταβατικόαλλάζω κάτι, το κάνω να γίνει διαφορετικό από πριν Βικιλεξικό
- μεταβάλλω άποψη
- τροποποιώ κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταβάλλω < αρχαία ελληνική μεταβάλλω. Συγχρονικά αναλύεται σε μετα- + βάλλω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταβάλλω | μεταβάλλεις | μεταβάλλει | μεταβάλλουμε | μεταβάλλετε | μεταβάλλουν / μεταβάλλουνε |
| Παρατατικός | μετέβαλλα | μετέβαλλες | μετέβαλλε | μεταβάλλαμε | μεταβάλλατε | μετέβαλλαν / μεταβάλλαν / μεταβάλλανε |
| Αόριστος | μετέβαλα | μετέβαλες | μετέβαλε | μεταβάλαμε | μεταβάλατε | μετέβαλαν / μεταβάλαν / μεταβάλανε |
| Μέλλοντας | θα μεταβάλλω / θα μεταβάλω | θα μεταβάλεις / θα μεταβάλλεις | θα μεταβάλει / θα μεταβάλλει | θα μεταβάλλουμε / θα μεταβάλουμε | θα μεταβάλετε / θα μεταβάλλετε | θα μεταβάλλουν / θα μεταβάλλουνε / θα μεταβάλουν / θα μεταβάλουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταβάλει | έχεις μεταβάλει | έχει μεταβάλει | έχουμε μεταβάλει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταβάλει | είχες μεταβάλει | είχε μεταβάλει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταβάλει / να μεταβάλλω / να μεταβάλω | να έχεις μεταβάλει / να μεταβάλεις / να μεταβάλλεις | να έχει μεταβάλει / να μεταβάλει / να μεταβάλλει | να έχουμε μεταβάλει / να μεταβάλλουμε / να μεταβάλουμε | να μεταβάλετε / να μεταβάλλετε | να μεταβάλλουν / να μεταβάλλουνε / να μεταβάλουν / να μεταβάλουνε |
| Προστακτική | — | μετάβαλε / μετάβαλλε | — | — | μεταβάλλετε / μεταβάλτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →