Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταβάλλω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόαλλάζω κάτι, το κάνω να γίνει διαφορετικό από πριν Βικιλεξικό
    • μεταβάλλω άποψη
  2. τροποποιώ κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταβάλλω < αρχαία ελληνική μεταβάλλω. Συγχρονικά αναλύεται σε μετα- + βάλλω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεταβάλλωμεταβάλλειςμεταβάλλειμεταβάλλουμεμεταβάλλετεμεταβάλλουν / μεταβάλλουνε
Παρατατικόςμετέβαλλαμετέβαλλεςμετέβαλλεμεταβάλλαμεμεταβάλλατεμετέβαλλαν / μεταβάλλαν / μεταβάλλανε
Αόριστοςμετέβαλαμετέβαλεςμετέβαλεμεταβάλαμεμεταβάλατεμετέβαλαν / μεταβάλαν / μεταβάλανε
Μέλλονταςθα μεταβάλλω / θα μεταβάλωθα μεταβάλεις / θα μεταβάλλειςθα μεταβάλει / θα μεταβάλλειθα μεταβάλλουμε / θα μεταβάλουμεθα μεταβάλετε / θα μεταβάλλετεθα μεταβάλλουν / θα μεταβάλλουνε / θα μεταβάλουν / θα μεταβάλουνε
Παρακείμενοςέχω μεταβάλειέχεις μεταβάλειέχει μεταβάλειέχουμε μεταβάλει——
Υπερσυντέλικοςείχα μεταβάλειείχες μεταβάλειείχε μεταβάλει———
Υποτακτικήνα έχω μεταβάλει / να μεταβάλλω / να μεταβάλωνα έχεις μεταβάλει / να μεταβάλεις / να μεταβάλλειςνα έχει μεταβάλει / να μεταβάλει / να μεταβάλλεινα έχουμε μεταβάλει / να μεταβάλλουμε / να μεταβάλουμενα μεταβάλετε / να μεταβάλλετενα μεταβάλλουν / να μεταβάλλουνε / να μεταβάλουν / να μεταβάλουνε
Προστακτική—μετάβαλε / μετάβαλλε——μεταβάλλετε / μεταβάλτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →