μεταβατικός
•
- που σχετίζεται με τη μετάβαση ή που συμβάλλει στη μετάβαση Βικιλεξικό
- μεταβατική περίοδος, μεταβατική ρύθμιση
- γραμματικήπου εκφράζει μεταβατικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταβατικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταβατικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική transitoir) Συγχρονικά αναλύεται σε μετα-βα- (μεταβαίνω)+ -τικός :* για τον όρο της γραμματικής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταβατικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταβατικός | μεταβατική | μεταβατικό |
| Γενική | μεταβατικού | μεταβατικής | μεταβατικού |
| Αιτιατική | μεταβατικό | μεταβατική | μεταβατικό |
| Κλητική | μεταβατικέ | μεταβατική | μεταβατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταβατικοί | μεταβατικές | μεταβατικά |
| Γενική | μεταβατικών | μεταβατικών | μεταβατικών |
| Αιτιατική | μεταβατικούς | μεταβατικές | μεταβατικά |
| Κλητική | μεταβατικοί | μεταβατικές | μεταβατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →