Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταβατικός

/me.ta.va.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τη μετάβαση ή που συμβάλλει στη μετάβαση Βικιλεξικό
    • μεταβατική περίοδος, μεταβατική ρύθμιση
  2. γραμματικήπου εκφράζει μεταβατικότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταβατικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταβατικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική transitoir) Συγχρονικά αναλύεται σε μετα-βα- (μεταβαίνω)+ -τικός :* για τον όρο της γραμματικής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταβατικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταβατικόςμεταβατικήμεταβατικό
Γενικήμεταβατικούμεταβατικήςμεταβατικού
Αιτιατικήμεταβατικόμεταβατικήμεταβατικό
Κλητικήμεταβατικέμεταβατικήμεταβατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταβατικοίμεταβατικέςμεταβατικά
Γενικήμεταβατικώνμεταβατικώνμεταβατικών
Αιτιατικήμεταβατικούςμεταβατικέςμεταβατικά
Κλητικήμεταβατικοίμεταβατικέςμεταβατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →