μεταβλητός
•
- αυτός που μεταβάλεται Βικιλεξικό
- μαθηματικάβλ. μεταβλητή Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςγια δομή δεδομένων, η οποία μπορεί να τροποποιηθεί (αφού της έχει γίνει ανάθεση τιμής) χωρίς να χρειάζεται να γίνει αντικατάστασή της (overwriting) Βικιλεξικό
- η δομή δεδομένων λίστα (list) είναι μεταβλητή (mutable) γιατί μπορούν να προσθαφαιρεθούν στοιχεία
Ετυμολογία
μεταβλητός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταβλητός | μεταβλητή | μεταβλητό |
| Γενική | μεταβλητού | μεταβλητής | μεταβλητού |
| Αιτιατική | μεταβλητό | μεταβλητή | μεταβλητό |
| Κλητική | μεταβλητέ | μεταβλητή | μεταβλητό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταβλητοί | μεταβλητές | μεταβλητά |
| Γενική | μεταβλητών | μεταβλητών | μεταβλητών |
| Αιτιατική | μεταβλητούς | μεταβλητές | μεταβλητά |
| Κλητική | μεταβλητοί | μεταβλητές | μεταβλητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →