Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταβλητός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που μεταβάλεται Βικιλεξικό
  2. μαθηματικάβλ. μεταβλητή Βικιλεξικό
  3. προγραμματισμόςγια δομή δεδομένων, η οποία μπορεί να τροποποιηθεί (αφού της έχει γίνει ανάθεση τιμής) χωρίς να χρειάζεται να γίνει αντικατάστασή της (overwriting) Βικιλεξικό
    • η δομή δεδομένων λίστα (list) είναι μεταβλητή (mutable) γιατί μπορούν να προσθαφαιρεθούν στοιχεία

Ετυμολογία

μεταβλητός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταβλητόςμεταβλητήμεταβλητό
Γενικήμεταβλητούμεταβλητήςμεταβλητού
Αιτιατικήμεταβλητόμεταβλητήμεταβλητό
Κλητικήμεταβλητέμεταβλητήμεταβλητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταβλητοίμεταβλητέςμεταβλητά
Γενικήμεταβλητώνμεταβλητώνμεταβλητών
Αιτιατικήμεταβλητούςμεταβλητέςμεταβλητά
Κλητικήμεταβλητοίμεταβλητέςμεταβλητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →