Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταβυζαντινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την περίοδο μετά το 1453 και την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους ή αναφέρεται στην περίοδο αυτή Βικιλεξικό
    • Οι τάσεις εκμοντερνισμού και ευθυγράμμισης με την ευρωπαϊκή παιδεία της εποχής, που αναπτύσσονται στους κόλπους του φαναριωτισμού, δεν αισθάνονται να εκφράζονται πια μέσα από τη μονοκρατορία της κατεξοχήν έμμετρης μεταβυζαντινής γραμματολογίας μας, καθώς και μέσα από τις μορφολογικές επιβιώσεις που κυριαρχούν εν πολλοίς στο σύνολο ποιητικό έργο της εποχής αλλά και στα επιτεύγματα της κρητικής αναγέννησης.

Ετυμολογία

μεταβυζαντινός < μετα- + βυζαντινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταβυζαντινόςμεταβυζαντινήμεταβυζαντινό
Γενικήμεταβυζαντινούμεταβυζαντινήςμεταβυζαντινού
Αιτιατικήμεταβυζαντινόμεταβυζαντινήμεταβυζαντινό
Κλητικήμεταβυζαντινέμεταβυζαντινήμεταβυζαντινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταβυζαντινοίμεταβυζαντινέςμεταβυζαντινά
Γενικήμεταβυζαντινώνμεταβυζαντινώνμεταβυζαντινών
Αιτιατικήμεταβυζαντινούςμεταβυζαντινέςμεταβυζαντινά
Κλητικήμεταβυζαντινοίμεταβυζαντινέςμεταβυζαντινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →