μεταγενέστερος
•
- αυτός που προέκυψε, δημιουργήθηκε, γεννήθηκε, έζησε, γράφτηκε, έδρασε κ.λπ. μετά από μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή η οποία είτε αναφέρεται ρητά ή θεωρείται ευκόλως εννοούμενη στο πλαίσιο των συμφραζομένων Βικιλεξικό
- ...μαζί με μεταγενέστερο ταφικό παρεκκλήσι, κάτω από το δάπεδο του οποίου βρέθηκε νηπιακός λακκοειδής τάφος. (Το Αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη, τόμος 15, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2001, σελ. 321)
- ο Επίκτητος ήταν μεταγενέστερος του Ζήνωνα του Στωϊκού (γεννήθηκε πολύ αργότερα ή ανήκε απλώς στην επόμενη γενιά)
- λεξικογραφίαδείτε το θηλυκό → μεταγενεστέρα, μεταγενέστερη: συνώνυμο του ελληνιστική κοινή γλώσσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταγενέστερος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταγενέστερος, συγκριτικός βαθμός του επιθέτου μεταγενής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταγενέστερος | μεταγενέστερη | μεταγενέστερο |
| Γενική | μεταγενέστερου | μεταγενέστερης | μεταγενέστερου |
| Αιτιατική | μεταγενέστερο | μεταγενέστερη | μεταγενέστερο |
| Κλητική | μεταγενέστερε | μεταγενέστερη | μεταγενέστερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταγενέστεροι | μεταγενέστερες | μεταγενέστερα |
| Γενική | μεταγενέστερων | μεταγενέστερων | μεταγενέστερων |
| Αιτιατική | μεταγενέστερους | μεταγενέστερες | μεταγενέστερα |
| Κλητική | μεταγενέστεροι | μεταγενέστερες | μεταγενέστερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →