Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταγλωττίζω

ρήμα
•
  1. μεταφέρω κάποιο κείμενο από μία γλώσσα σε κάποια άλλη Βικιλεξικό
  2. μεταφέρω κάποιο κείμενο σε άλλη μορφή της ίδιας γλώσσας (π.χ. από καθαρεύουσα σε δημοτική) Βικιλεξικό
  3. πληροφορική-μεταγλώττισημεταφέρω κάποιο κώδικα από μία γλώσσα προγραμματισμού σε κάποια άλλη ή συνηθέστερα σε εκτελέσιμο αρχείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταγλωττίζω < μεσαιωνική ελληνική μεταγλωττίζω < μετά + αρχαία ελληνική γλῶττα + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεταγλωττίζωμεταγλωττίζειςμεταγλωττίζειμεταγλωττίζουμεμεταγλωττίζετεμεταγλωττίζουν / μεταγλωττίζουνε
Παρατατικόςμεταγλώττιζαμεταγλώττιζεςμεταγλώττιζεμεταγλωττίζαμεμεταγλωττίζατεμεταγλωττίζαν / μεταγλωττίζανε / μεταγλώττιζαν
Αόριστοςμεταγλώττισαμεταγλώττισεςμεταγλώττισεμεταγλωττίσαμεμεταγλωττίσατεμεταγλωττίσαν / μεταγλωττίσανε / μεταγλώττισαν
Μέλλονταςθα μεταγλωττίζω / θα μεταγλωττίσωθα μεταγλωττίζεις / θα μεταγλωττίσειςθα μεταγλωττίζει / θα μεταγλωττίσειθα μεταγλωττίζουμε / θα μεταγλωττίσουμεθα μεταγλωττίζετε / θα μεταγλωττίσετεθα μεταγλωττίζουν / θα μεταγλωττίζουνε / θα μεταγλωττίσουν / θα μεταγλωττίσουνε
Παρακείμενοςέχω μεταγλωττίσειέχεις μεταγλωττίσειέχει μεταγλωττίσειέχουμε μεταγλωττίσειέχετε μεταγλωττίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μεταγλωττίσειείχες μεταγλωττίσειείχε μεταγλωττίσειείχαμε μεταγλωττίσει——
Υποτακτικήνα έχω μεταγλωττίσει / να μεταγλωττίζω / να μεταγλωττίσωνα έχεις μεταγλωττίσει / να μεταγλωττίζεις / να μεταγλωττίσειςνα έχει μεταγλωττίσει / να μεταγλωττίζει / να μεταγλωττίσεινα έχουμε μεταγλωττίσει / να μεταγλωττίζουμε / να μεταγλωττίσουμενα έχετε μεταγλωττίσει / να μεταγλωττίζετε / να μεταγλωττίσετενα μεταγλωττίζουν / να μεταγλωττίζουνε / να μεταγλωττίσουν / να μεταγλωττίσουνε
Προστακτική—μεταγλώττιζε / μεταγλώττισε——μεταγλωττίζετε / μεταγλωττίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →