μεταγλωττίζω
•
- μεταφέρω κάποιο κείμενο από μία γλώσσα σε κάποια άλλη Βικιλεξικό
- μεταφέρω κάποιο κείμενο σε άλλη μορφή της ίδιας γλώσσας (π.χ. από καθαρεύουσα σε δημοτική) Βικιλεξικό
- πληροφορική-μεταγλώττισημεταφέρω κάποιο κώδικα από μία γλώσσα προγραμματισμού σε κάποια άλλη ή συνηθέστερα σε εκτελέσιμο αρχείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταγλωττίζω < μεσαιωνική ελληνική μεταγλωττίζω < μετά + αρχαία ελληνική γλῶττα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταγλωττίζω | μεταγλωττίζεις | μεταγλωττίζει | μεταγλωττίζουμε | μεταγλωττίζετε | μεταγλωττίζουν / μεταγλωττίζουνε |
| Παρατατικός | μεταγλώττιζα | μεταγλώττιζες | μεταγλώττιζε | μεταγλωττίζαμε | μεταγλωττίζατε | μεταγλωττίζαν / μεταγλωττίζανε / μεταγλώττιζαν |
| Αόριστος | μεταγλώττισα | μεταγλώττισες | μεταγλώττισε | μεταγλωττίσαμε | μεταγλωττίσατε | μεταγλωττίσαν / μεταγλωττίσανε / μεταγλώττισαν |
| Μέλλοντας | θα μεταγλωττίζω / θα μεταγλωττίσω | θα μεταγλωττίζεις / θα μεταγλωττίσεις | θα μεταγλωττίζει / θα μεταγλωττίσει | θα μεταγλωττίζουμε / θα μεταγλωττίσουμε | θα μεταγλωττίζετε / θα μεταγλωττίσετε | θα μεταγλωττίζουν / θα μεταγλωττίζουνε / θα μεταγλωττίσουν / θα μεταγλωττίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταγλωττίσει | έχεις μεταγλωττίσει | έχει μεταγλωττίσει | έχουμε μεταγλωττίσει | έχετε μεταγλωττίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταγλωττίσει | είχες μεταγλωττίσει | είχε μεταγλωττίσει | είχαμε μεταγλωττίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταγλωττίσει / να μεταγλωττίζω / να μεταγλωττίσω | να έχεις μεταγλωττίσει / να μεταγλωττίζεις / να μεταγλωττίσεις | να έχει μεταγλωττίσει / να μεταγλωττίζει / να μεταγλωττίσει | να έχουμε μεταγλωττίσει / να μεταγλωττίζουμε / να μεταγλωττίσουμε | να έχετε μεταγλωττίσει / να μεταγλωττίζετε / να μεταγλωττίσετε | να μεταγλωττίζουν / να μεταγλωττίζουνε / να μεταγλωττίσουν / να μεταγλωττίσουνε |
| Προστακτική | — | μεταγλώττιζε / μεταγλώττισε | — | — | μεταγλωττίζετε / μεταγλωττίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →