Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταγραμματισμός

/me.ta.ɣɾa.ma.tiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αλλαγή της σειράς των γραμμάτων σε μία λέξη Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαμεταγραφή των λέξεων μιας γλώσσας με χρήση του αλφαβήτου μιας άλλης γλώσσας αντιστοιχώντας τα σύμβολα (π.χ. ελληνικά προς λατινικά α → a, χ → ch) Βικιλεξικό
    • ο λατινικός μεταγραμματισμός της λέξης μεταγραμματισμός είναι metagrammatismos

Ετυμολογία

μεταγραμματισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταγραμματισμός Μορφολογικά αναλύεται σε μετα- + γράμμα, γραμματ- + -ισμός : (σύγχρονη έννοια): < απόδοση: (άμεσο δάνειο) αγγλική transliteration

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταγραμματισμόςμεταγραμματισμοί
Γενικήμεταγραμματισμούμεταγραμματισμών
Αιτιατικήμεταγραμματισμόμεταγραμματισμούς
Κλητικήμεταγραμματισμέμεταγραμματισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →