μεταγραμματισμός
•
- αλλαγή της σειράς των γραμμάτων σε μία λέξη Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαμεταγραφή των λέξεων μιας γλώσσας με χρήση του αλφαβήτου μιας άλλης γλώσσας αντιστοιχώντας τα σύμβολα (π.χ. ελληνικά προς λατινικά α → a, χ → ch) Βικιλεξικό
- ο λατινικός μεταγραμματισμός της λέξης μεταγραμματισμός είναι metagrammatismos
Ετυμολογία
μεταγραμματισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταγραμματισμός Μορφολογικά αναλύεται σε μετα- + γράμμα, γραμματ- + -ισμός : (σύγχρονη έννοια): < απόδοση: (άμεσο δάνειο) αγγλική transliteration
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταγραμματισμός | μεταγραμματισμοί |
| Γενική | μεταγραμματισμού | μεταγραμματισμών |
| Αιτιατική | μεταγραμματισμό | μεταγραμματισμούς |
| Κλητική | μεταγραμματισμέ | μεταγραμματισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →