μεταγωγέας
•
- πληροφορικήυλικό δικτύωσης που συνδέει συσκευές σε ένα δίκτυο υπολογιστών πραγματοποιώντας μεταγωγή πακέτων για λήψη και προώθηση δεδομένων στη συσκευή προορισμού Βικιλεξικό
- Υπερώνυμα: συσκευή δικτύου
- αυτός που κάνει τη μεταγωγή κρατουμένων από και προς τις φυλακές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταγωγέας < μεταγωγή + -έας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταγωγέας | μεταγωγείς |
| Γενική | μεταγωγέα | μεταγωγέων |
| Αιτιατική | μεταγωγέα | μεταγωγείς |
| Κλητική | μεταγωγέα | μεταγωγείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →