μεταγωγή
•
- η μεταφορά κρατούμενου με αστυνομική συνοδεία Βικιλεξικό
- δίκτυο υπολογιστώνswitching: η διαδικασία μετάδοσης της πληροφορίας μέσω διαδοχικών ενδιάμεσων κόμβων (nodes) προκειμένου να επικοινωνήσουν δύο τερματικοί κόμβοι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταγωγή < ελληνιστική κοινή μεταγωγή. Συγχρονικά αναλύεται σε μετ- + αγωγή.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταγωγή | μεταγωγές |
| Γενική | μεταγωγής | μεταγωγών |
| Αιτιατική | μεταγωγή | μεταγωγές |
| Κλητική | μεταγωγή | μεταγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →