μεταδεδομένο
•
- νεολογισμός, (πληροφορική) (συνήθως στον πληθυντικό: μεταδεδομένα) δεδομένο ή πληροφοριακό στοιχείο που περιγράφει ή δίνει περισσότερες πληροφορίες για άλλα δεδομένα ή πληροφορίες Βικιλεξικό
- Τα μεταδεδομένα ενός ψηφιακού αρχείου φωτογραφίας προσφέρουν πληροφορίες για τον τόπο, το χρόνο, το θέμα, τον φωτογράφο κ.ά.
Ετυμολογία
μεταδεδομένο < μετα- + δεδομένο ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική metadata)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταδεδομένο | μεταδεδομένα |
| Γενική | μεταδεδομένου | μεταδεδομένων |
| Αιτιατική | μεταδεδομένο | μεταδεδομένα |
| Κλητική | μεταδεδομένο | μεταδεδομένα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →