μεταδιδόμενος
•
- ο μεταδοτικός, που μπορεί να μεταδοθεί, που μεταφέρεται και κολλάει από το ένα πλάσμα στο άλλο Βικιλεξικό
- Τα λοιμώδη νοσήματα λέγονται και μεταδιδόμενα ή μεταδοτικά
- που μεταφέρεται ή αναμεταδίδεται μέσα από ένα φορέα/μηχάνημα/μέσον/όργανο Βικιλεξικό
- Όπως ο εκκεντρικός άνεργος ή ο συμβασιούχος γίνονται θέαμα μέσα από πράξεις αυτοεξευτελισμού (π.χ. τηλεοπτικά μεταδιδόμενη απόπειρα αυτοκτονίας ή αυτοβασανισμός ή δημόσια έκθεση οικογενειακών δυσλειτουργιών), έτσι και ο τηλεσχολιαστής αυτοσκηνοθετείται για τις ανάγκες του θεάματος (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών. Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)
- (φυσική) Ο μεταδιδόμενος ήχος και Ο μεταδιδόμενος κραδασμός και Τα μεταδιδόμενα παλμικά κύματα και Οι μεταδιδόμενες ακτίνες
Ετυμολογία
μεταδιδόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του μεταδίδομαι < μεταδίδω < μεταδίδωμι
Άλλοι τύποι
μεταδιδόμεναμεταδιδόμενεμεταδιδόμενεςμεταδιδόμενημεταδιδόμενηςμεταδιδόμενομεταδιδόμενοιμεταδιδόμενοςμεταδιδόμενουμεταδιδόμενουςμεταδιδόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →