μεταδιεγείρω
•
- ιατρικήμετατρέπω εξωτερικό ερέθισμα σε νευρική αναμεταδόσιμη πληροφορία Βικιλεξικό
- (πληροφορική, ρομποτική μεταδίδω σε επεξεργαστή δεδομένο κάποιου αισθητήρα και προκαλώ συμπεριφορική αλλαγή/συμπεριφορική αντίδραση σε ρομπότ ή συσκευή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταδιεγείρω < μετα- + διεγείρω, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική transduce
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →