Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταθετός

/me.ta.θeˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωπαπου γίνεται να μετατεθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταθετός < μετα(τίθημι) + θετός (αρχαιοελληνικό επίθετο του ρήματος τίθημι), μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Versetz barkeit ή γαλλική amovible, amovibilité

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταθετόςμεταθετήμεταθετό
Γενικήμεταθετούμεταθετήςμεταθετού
Αιτιατικήμεταθετόμεταθετήμεταθετό
Κλητικήμεταθετέμεταθετήμεταθετό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταθετοίμεταθετέςμεταθετά
Γενικήμεταθετώνμεταθετώνμεταθετών
Αιτιατικήμεταθετούςμεταθετέςμεταθετά
Κλητικήμεταθετοίμεταθετέςμεταθετά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →