μεταθετός
•
- για πρόσωπαπου γίνεται να μετατεθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταθετός < μετα(τίθημι) + θετός (αρχαιοελληνικό επίθετο του ρήματος τίθημι), μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Versetz barkeit ή γαλλική amovible, amovibilité
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταθετός | μεταθετή | μεταθετό |
| Γενική | μεταθετού | μεταθετής | μεταθετού |
| Αιτιατική | μεταθετό | μεταθετή | μεταθετό |
| Κλητική | μεταθετέ | μεταθετή | μεταθετό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταθετοί | μεταθετές | μεταθετά |
| Γενική | μεταθετών | μεταθετών | μεταθετών |
| Αιτιατική | μεταθετούς | μεταθετές | μεταθετά |
| Κλητική | μεταθετοί | μεταθετές | μεταθετά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →