Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετακένωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μεταφορά υγρού από ένα δοχείο σε άλλο Βικιλεξικό
  2. η μεταφορά ιδεών, θεωριών, επιστημών κ.λπ. από ένα τόπο, όπου έχουν ανάπτυξη, σε έναν άλλον, όπου γίνεται η πρόσληψή τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετακένωση < μετακενώνω (< μεσαιωνική ελληνική μετακενῶ < μετά- + κενόω/-ῶ). Η λόγια μορφή της λέξης, μετακένωσις, μαρτυρείται από το 1805 στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετακένωσημετακενώσεις
Γενικήμετακένωσηςμετακενώσεων
Αιτιατικήμετακένωσημετακενώσεις
Κλητικήμετακένωσημετακενώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →