Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετακομίσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να μετακομιστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετακομίσιμος < μετακομίζω + -ίσιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετακομίσιμοςμετακομίσιμημετακομίσιμο
Γενικήμετακομίσιμουμετακομίσιμηςμετακομίσιμου
Αιτιατικήμετακομίσιμομετακομίσιμημετακομίσιμο
Κλητικήμετακομίσιμεμετακομίσιμημετακομίσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετακομίσιμοιμετακομίσιμεςμετακομίσιμα
Γενικήμετακομίσιμωνμετακομίσιμωνμετακομίσιμων
Αιτιατικήμετακομίσιμουςμετακομίσιμεςμετακομίσιμα
Κλητικήμετακομίσιμοιμετακομίσιμεςμετακομίσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →