μεταλίκι
•
- λαϊκότροποκέρμα, νόμισμα Βικιλεξικό
- Δεν τ' δίνω (...) Τίποτες! Ούτε σκουριάρικο μεταλίκι. (Μενέλαος Λουντέμης, Αγέλαστη Άνοιξη, 1971)
- Λοιπόν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς παρουσίας σας νά γαλβανήσετε τοῦ ἄνδρας των πόλεων, τοῦ τόπου τούτου, οἵτινες οὐδέν πράττουσιν ὑπέρ αὐτοῦ. Οὔτε ἕνα ὄνυχα δέν θυσιάζουσιν οὔτε ἐν μεταλίκι (Μελπομένη Κ. Αυγερινού, Μακεδονικά απομνημονεύματα :Γραφέντα επί τη βάσει λεπτομερούς μελέτης και προσωπικής πείρας των μακεδονικών πραγμάτων από 1898-1912, Τυπογραφείον "Το Κράτος" Θ. Τζαβέλλα, 1914, σελ. 94 https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/4/4/6/metadata-309-0000003.tkl)
Ετυμολογία
μεταλίκι < τουρκική metelik < γαλλική métallique < αρχαία ελληνική μεταλλικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταλίκι | μεταλίκια |
| Γενική | μεταλικιού | μεταλικιών |
| Αιτιατική | μεταλίκι | μεταλίκια |
| Κλητική | μεταλίκι | μεταλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →