μεταλλάκτης
•
- τεχνολογίαο μετατροπέας, συσκευή που συμβάλλει στη μεταλλαγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταλλάκτης < ελληνιστική κοινή μεταλλακτήρ ή αρχαία ελληνική μεταλλακτός + -ης < αρχαία ελληνική μεταλλάσσω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική transformer )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταλλάκτης | μεταλλάκτες |
| Γενική | μεταλλάκτη | μεταλλακτών |
| Αιτιατική | μεταλλάκτη | μεταλλάκτες |
| Κλητική | μεταλλάκτη | μεταλλάκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →