Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταλλαγμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει υποστεί γενετική τροποποίηση ή κάποιου είδους παρέμβαση στο γονιδίωμά του Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένομεταλλαγμένα: τρόφιμα που έχουν υποστεί γενετική τροποποίηση ή κάποιου είδους παρέμβαση στο γονιδίωμά τους Βικιλεξικό
    • […] να ανοίξουν διάπλατα οι πόρτες της Ε.Ε. στα μεταλλαγμένα, ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που αναμένεται να εγκρίνει την καλλιέργεια του καλαμποκιού με τον κωδικό «1507» (από το άρθρο της Φίλης Καϊτατζή, «Μας απειλούν τα μεταλλαγμένα», εφ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία (16 Φεβρουαρίου 2014) ).

Ετυμολογία

μεταλλαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μεταλλάσσω

Άλλοι τύποι

μεταλλαγμέναμεταλλαγμένεμεταλλαγμένεςμεταλλαγμένημεταλλαγμένηςμεταλλαγμένομεταλλαγμένοιμεταλλαγμένοςμεταλλαγμένουμεταλλαγμένουςμεταλλαγμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →