Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταλλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημεία: που έχει σχέση με μέταλλο Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: μετάλλινος
  2. ορθοφωνία: που έχει μεταλλική χροιά φωνής, διακεκομμένα ξεσπάσματα υψηλών συχνοτήτων στην αρχή εκφοράς των φθόγγων χωρίς η φωνή αναγκαστικά να είναι υψηλής συχνότητας (συνήθως μέσες ανδρικές φωνές είναι μεταλλικές και κάποιες μπάσες, γιατί η μεταλλική χροιά απαιτεί διατμητότητα κάτι που οι υψηλές αποδίδουν σπανίως) Βικιλεξικό
  3. μουσική: που έχει σχέση με την μέταλ Βικιλεξικό
  4. μουσική: που έχει σχέση με μεταλλικά κρουστά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταλλικός < ελληνιστική κοινή μεταλλικός (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική μεταλλικός < μέταλλον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταλλικόςμεταλλικήμεταλλικό
Γενικήμεταλλικούμεταλλικήςμεταλλικού
Αιτιατικήμεταλλικόμεταλλικήμεταλλικό
Κλητικήμεταλλικέμεταλλικήμεταλλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταλλικοίμεταλλικέςμεταλλικά
Γενικήμεταλλικώνμεταλλικώνμεταλλικών
Αιτιατικήμεταλλικούςμεταλλικέςμεταλλικά
Κλητικήμεταλλικοίμεταλλικέςμεταλλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →