Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταλλιούχος

/me.ta.liˈu.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αθλητισμόςκάτοχος μεταλλίου Βικιλεξικό
    • Οι Ολυμπιακοί Αγώνες προσφέρουν πάντα έντονες στιγμές και συναισθηματικές εμπειρίες, καθώς η συμμετοχή σε αυτή τη διεθνή αθλητική διοργάνωση θεωρείται ύψιστη τιμή για κάθε αθλητή, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος. Ενώ οι κορυφαίοι παίκτες, και συγκεκριμένα οι μεταλλιούχοι, απολαμβάνουν επάξια τη δημοσιότητα, η επιτυχία της διοργάνωσης δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την ανιδιοτελή συνεισφορά μιας σημαντικής ομάδας ανθρώπων. Αυτοί είναι οι 45.000 εθελοντές που επιλέχθηκαν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες «Παρίσι 2024» από περίπου 300.000 αιτήσεις.

Ετυμολογία

μεταλλιούχος < μετάλλι(ο) + -ούχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταλλιούχοςμεταλλιούχα / μεταλλιούχοςμεταλλιούχο
Γενικήμεταλλιούχουμεταλλιούχας / μεταλλιούχουμεταλλιούχου
Αιτιατικήμεταλλιούχομεταλλιούχα / μεταλλιούχομεταλλιούχο
Κλητικήμεταλλιούχεμεταλλιούχα / μεταλλιούχεμεταλλιούχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταλλιούχοιμεταλλιούχες / μεταλλιούχοιμεταλλιούχα
Γενικήμεταλλιούχωνμεταλλιούχωνμεταλλιούχων
Αιτιατικήμεταλλιούχουςμεταλλιούχες / μεταλλιούχουςμεταλλιούχα
Κλητικήμεταλλιούχοιμεταλλιούχες / μεταλλιούχοιμεταλλιούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →