Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταλλοδίφης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μεταλλωρύχος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταλλοδίφης < απόδοση στα ελληνικά της λέξης miner σε αγγλόφωνα παιχνίδια, αντί της λέξης μεταλλωρύχος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταλλοδίφηςμεταλλοδίφες
Γενικήμεταλλοδίφημεταλλοδιφών
Αιτιατικήμεταλλοδίφημεταλλοδίφες
Κλητικήμεταλλοδίφημεταλλοδίφες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →