Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταλλού

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. (μουσική αργκό θηλυκό του μεταλλάς: κοπέλα οπαδός ή μουσικός της μέταλ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταλλού < [[μεταλλάς||μεταλλ(άς)]] + κατάληξη θηλυκού -ού < μέταλ < αγγλική metal < αρχαία ελληνική μέταλλον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταλλούμεταλλούδες
Γενικήμεταλλούςμεταλλούδων
Αιτιατικήμεταλλούμεταλλούδες
Κλητικήμεταλλούμεταλλούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →