μεταλογικός
•
- που δεν συμβαδίζει με τη λογική Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με τη μεταλογική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Αλλά τόσο η φιλοσοφία των μεταλογικών νοημάτων, όσο και η αισθητική αυτών των νοημάτων μένουν και θα μείνουν πάντοτε για μένα terra incognita (Νικόλαος Κάλας, Κείμενα ποιητικής και αισθητικής, εκδ. Πλέθρον, 1982, σελ. 159)
- ουσιαστικοποιημένομεταλογική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταλογικός < μετα- + λογικός ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική metalogisch)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταλογικός | μεταλογική | μεταλογικό |
| Γενική | μεταλογικού | μεταλογικής | μεταλογικού |
| Αιτιατική | μεταλογικό | μεταλογική | μεταλογικό |
| Κλητική | μεταλογικέ | μεταλογική | μεταλογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταλογικοί | μεταλογικές | μεταλογικά |
| Γενική | μεταλογικών | μεταλογικών | μεταλογικών |
| Αιτιατική | μεταλογικούς | μεταλογικές | μεταλογικά |
| Κλητική | μεταλογικοί | μεταλογικές | μεταλογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →