μεταμελούμαι
•
- λόγιομετανιώνω για κάποιο κακό που διέπραξα (και από τις τύψεις μου κάνω επανορθωτικές ενέργειες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταμελούμαι < αρχαία ελληνική μεταμελοῦμαι < μετά + μέλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →