μεταμισθώνω
•
- οικονομίαυπενοικιάζω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: υπεκμισθώνω, υπομισθώνω
- ανανεώνω τη μίσθωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταμισθώνω < μετα- + μισθώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταμισθώνω | μεταμισθώνεις | μεταμισθώνει | μεταμισθώνουμε | μεταμισθώνετε | μεταμισθώνουν / μεταμισθώνουνε |
| Παρατατικός | μεταμίσθωνα | μεταμίσθωνες | μεταμίσθωνε | μεταμισθώναμε | μεταμισθώνατε | μεταμίσθωναν / μεταμισθώναν / μεταμισθώνανε |
| Αόριστος | μεταμίσθωσα | μεταμίσθωσες | μεταμίσθωσε | μεταμισθώσαμε | μεταμισθώσατε | μεταμίσθωσαν / μεταμισθώσαν / μεταμισθώσανε |
| Μέλλοντας | θα μεταμισθώνω / θα μεταμισθώσω | θα μεταμισθώνεις / θα μεταμισθώσεις | θα μεταμισθώνει / θα μεταμισθώσει | θα μεταμισθώνουμε / θα μεταμισθώσουμε | θα μεταμισθώνετε / θα μεταμισθώσετε | θα μεταμισθώνουν / θα μεταμισθώνουνε / θα μεταμισθώσουν / θα μεταμισθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταμισθώσει | έχεις μεταμισθώσει | έχει μεταμισθώσει | έχουμε μεταμισθώσει | έχετε μεταμισθώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταμισθώσει | είχες μεταμισθώσει | είχε μεταμισθώσει | είχαμε μεταμισθώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταμισθώσει / να μεταμισθώνω / να μεταμισθώσω | να έχεις μεταμισθώσει / να μεταμισθώνεις / να μεταμισθώσεις | να έχει μεταμισθώσει / να μεταμισθώνει / να μεταμισθώσει | να έχουμε μεταμισθώσει / να μεταμισθώνουμε / να μεταμισθώσουμε | να έχετε μεταμισθώσει / να μεταμισθώνετε / να μεταμισθώσετε | να μεταμισθώνουν / να μεταμισθώνουνε / να μεταμισθώσουν / να μεταμισθώσουνε |
| Προστακτική | — | μεταμίσθωνε / μεταμίσθωσε | — | — | μεταμισθώνετε / μεταμισθώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →