Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταμορφισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βιολογίαη θεωρία της Εξέλιξης Βικιλεξικό
  2. γεωλογίαη αλλοίωση πετρωμάτων εξαιτίας αύξησης πίεσης και θερμοκρασίας Βικιλεξικό
  3. βιολογίαη μεταβολή / αλλαγή της σύστασης ιστού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταμορφισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική metamorphism < ελληνιστική κοινή μεταμόρφωσις < μεταμορφόω < μετά + μορφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταμορφισμόςμεταμορφισμοί
Γενικήμεταμορφισμούμεταμορφισμών
Αιτιατικήμεταμορφισμόμεταμορφισμούς
Κλητικήμεταμορφισμέμεταμορφισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →