μεταμορφισμός
•
- βιολογίαη θεωρία της Εξέλιξης Βικιλεξικό
- γεωλογίαη αλλοίωση πετρωμάτων εξαιτίας αύξησης πίεσης και θερμοκρασίας Βικιλεξικό
- βιολογίαη μεταβολή / αλλαγή της σύστασης ιστού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταμορφισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική metamorphism < ελληνιστική κοινή μεταμόρφωσις < μεταμορφόω < μετά + μορφή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταμορφισμός | μεταμορφισμοί |
| Γενική | μεταμορφισμού | μεταμορφισμών |
| Αιτιατική | μεταμορφισμό | μεταμορφισμούς |
| Κλητική | μεταμορφισμέ | μεταμορφισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →