Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταμορφωσιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μεταμόρφωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταμορφωσιακός < μεταμορφώνω + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταμορφωσιακόςμεταμορφωσιακήμεταμορφωσιακό
Γενικήμεταμορφωσιακούμεταμορφωσιακήςμεταμορφωσιακού
Αιτιατικήμεταμορφωσιακόμεταμορφωσιακήμεταμορφωσιακό
Κλητικήμεταμορφωσιακέμεταμορφωσιακήμεταμορφωσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταμορφωσιακοίμεταμορφωσιακέςμεταμορφωσιακά
Γενικήμεταμορφωσιακώνμεταμορφωσιακώνμεταμορφωσιακών
Αιτιατικήμεταμορφωσιακούςμεταμορφωσιακέςμεταμορφωσιακά
Κλητικήμεταμορφωσιακοίμεταμορφωσιακέςμεταμορφωσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →