μεταμορφωσιγενής
•
- γεωλογίαπου έχει σχηματιστεί από μεταμόρφωση ή προέρχεται απ’ αυτή Βικιλεξικό
- μεταμορφωσιγενές πέτρωμα
Ετυμολογία
μεταμορφωσιγενής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μεταμορφωσιγενής (μαρτυρείται από το 1873) < μεταμόρφωσι(ς) + -γενής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταμορφωσιγενής | μεταμορφωσιγενής | μεταμορφωσιγενές |
| Γενική | μεταμορφωσιγενούς | μεταμορφωσιγενούς | μεταμορφωσιγενούς |
| Αιτιατική | μεταμορφωσιγενή | μεταμορφωσιγενή | μεταμορφωσιγενές |
| Κλητική | μεταμορφωσιγενή / μεταμορφωσιγενής | μεταμορφωσιγενής | μεταμορφωσιγενές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταμορφωσιγενείς | μεταμορφωσιγενείς | μεταμορφωσιγενή |
| Γενική | μεταμορφωσιγενών | μεταμορφωσιγενών | μεταμορφωσιγενών |
| Αιτιατική | μεταμορφωσιγενείς | μεταμορφωσιγενείς | μεταμορφωσιγενή |
| Κλητική | μεταμορφωσιγενείς | μεταμορφωσιγενείς | μεταμορφωσιγενή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →