Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταμορφωσιγενής

/me.ta.moɾ.fo.si.ʝeˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου έχει σχηματιστεί από μεταμόρφωση ή προέρχεται απ’ αυτή Βικιλεξικό
    • μεταμορφωσιγενές πέτρωμα

Ετυμολογία

μεταμορφωσιγενής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μεταμορφωσιγενής (μαρτυρείται από το 1873) < μεταμόρφωσι(ς) + -γενής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταμορφωσιγενήςμεταμορφωσιγενήςμεταμορφωσιγενές
Γενικήμεταμορφωσιγενούςμεταμορφωσιγενούςμεταμορφωσιγενούς
Αιτιατικήμεταμορφωσιγενήμεταμορφωσιγενήμεταμορφωσιγενές
Κλητικήμεταμορφωσιγενή / μεταμορφωσιγενήςμεταμορφωσιγενήςμεταμορφωσιγενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταμορφωσιγενείςμεταμορφωσιγενείςμεταμορφωσιγενή
Γενικήμεταμορφωσιγενώνμεταμορφωσιγενώνμεταμορφωσιγενών
Αιτιατικήμεταμορφωσιγενείςμεταμορφωσιγενείςμεταμορφωσιγενή
Κλητικήμεταμορφωσιγενείςμεταμορφωσιγενείςμεταμορφωσιγενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →