μεταμορφώνομαι
•
- αλλάζω εξωτερική μορφή, αποκτώ μια μορφή τελείως διαφορετική από την προηγούμενη ή τη συνηθισμένη μου Βικιλεξικό
- η γριά μάγισσα μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι
- αλλάζω εξωτερική μορφή, αποκτώ μια μορφή τελείως διαφορετική από την προηγούμενη ή τη συνηθισμένη μου Βικιλεξικό
- ο δειλός και αδέξιος φοιτητάκος μεταμορφώθηκε σε έναν δυναμικό και γεμάτο αυτοπεποίθηση άντρα
Ετυμολογία
μεταμορφώνομαι < μέση-παθητική φωνή του ρήματος μεταμορφώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταμορφώνομαι | μεταμορφώνεσαι | μεταμορφώνεται | μεταμορφωνόμαστε | μεταμορφώνεστε | μεταμορφώνονται |
| Παρατατικός | μεταμορφωνόμουν / μεταμορφωνόμουνα | μεταμορφωνόσουν / μεταμορφωνόσουνα | μεταμορφωνόταν / μεταμορφωνότανε | μεταμορφωνόμασταν / μεταμορφωνόμαστε | μεταμορφωνόσασταν / μεταμορφωνόσαστε | μεταμορφωνόντουσαν / μεταμορφώνονταν |
| Αόριστος | μεταμορφώθηκα | μεταμορφώθηκες | μεταμορφώθηκε | μεταμορφωθήκαμε | μεταμορφωθήκατε | μεταμορφωθήκαν / μεταμορφωθήκανε / μεταμορφώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα μεταμορφωθώ / θα μεταμορφώνομαι | θα μεταμορφωθείς / θα μεταμορφώνεσαι | θα μεταμορφωθεί / θα μεταμορφώνεται | θα μεταμορφωθούμε / θα μεταμορφωνόμαστε | θα μεταμορφωθείτε / θα μεταμορφώνεστε | θα μεταμορφωθούν / θα μεταμορφωθούνε / θα μεταμορφώνονται |
| Παρακείμενος | έχω μεταμορφωθεί | έχεις μεταμορφωθεί | έχει μεταμορφωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταμορφωθεί | είχες μεταμορφωθεί | είχε μεταμορφωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταμορφωθεί / να μεταμορφωθώ / να μεταμορφώνομαι | να έχεις μεταμορφωθεί / να μεταμορφωθείς / να μεταμορφώνεσαι | να έχει μεταμορφωθεί / να μεταμορφωθεί / να μεταμορφώνεται | να μεταμορφωθούμε / να μεταμορφωνόμαστε | να μεταμορφωθείτε / να μεταμορφώνεστε | να μεταμορφωθούν / να μεταμορφωθούνε / να μεταμορφώνονται |
| Προστακτική | — | μεταμορφώνου / μεταμορφώσου | — | — | μεταμορφωθείτε / μεταμορφώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →