μεταμοσχεύω
•
- κάνω μεταμόσχευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταμοσχεύω < ελληνιστική κοινή μεταμοσχεύω < μετά + μοσχεύω < αρχαία ελληνική μόσχος ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική transplant)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →