Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταμόρφωση

/me.taˈmoɾ.fo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βιολογίαη μεταβολή της φυσικής κατάστασης ενός φυτού ή ζώου Βικιλεξικό
    • Ὁ πολιτικός γάμος μπορεῖ νὰ τίθεται ὡς ἀναγκαστικὴ προϋπόθεση —κοινωνικὴ ἢ ἠθική— σὲ κάθε συζυγικὴ συμβίωση, ὄχι ὅμως καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου. Τό μυστήριο προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μόνο σέ ὅσους θέλουν νά ζήσουν τή μεταμόρφωση τῆς φυσικῆς ἐρωτικῆς σχέσης σέ σταυρική ἄσκηση ἐλευθερίας καί ἀγαπητικῆς αὐταπάρνησης σέ γεγονός μετοχῆς στήν ἔσχατη ἀλήθεια τῆς «ὄντως ζωῆς». (Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, εκδόσεις Ίκαρος, 2002)
  2. γεωλογίαη διαδικασία μετατροπής ενός πετρώματος μαγματικής ή ιζηματογενούς προέλευσης σε άλλο, νέο πέτρωμα σχεδόν ίδιας σύστασης αλλά διαφορετικής υφής. Βικιλεξικό
  3. τοπωνύμιο (Μεταμόρφωση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταμόρφωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταμόρφωσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταμόρφωσημεταμορφώσεις
Γενικήμεταμόρφωσηςμεταμορφώσεων
Αιτιατικήμεταμόρφωσημεταμορφώσεις
Κλητικήμεταμόρφωσημεταμορφώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →