μεταναστευτικός
•
- που έχει σχέση με την μετανάστευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταναστευτικός < μετανάστευση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταναστευτικός | μεταναστευτική | μεταναστευτικό |
| Γενική | μεταναστευτικού | μεταναστευτικής | μεταναστευτικού |
| Αιτιατική | μεταναστευτικό | μεταναστευτική | μεταναστευτικό |
| Κλητική | μεταναστευτικέ | μεταναστευτική | μεταναστευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταναστευτικοί | μεταναστευτικές | μεταναστευτικά |
| Γενική | μεταναστευτικών | μεταναστευτικών | μεταναστευτικών |
| Αιτιατική | μεταναστευτικούς | μεταναστευτικές | μεταναστευτικά |
| Κλητική | μεταναστευτικοί | μεταναστευτικές | μεταναστευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →