Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταναστευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την μετανάστευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταναστευτικός < μετανάστευση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταναστευτικόςμεταναστευτικήμεταναστευτικό
Γενικήμεταναστευτικούμεταναστευτικήςμεταναστευτικού
Αιτιατικήμεταναστευτικόμεταναστευτικήμεταναστευτικό
Κλητικήμεταναστευτικέμεταναστευτικήμεταναστευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταναστευτικοίμεταναστευτικέςμεταναστευτικά
Γενικήμεταναστευτικώνμεταναστευτικώνμεταναστευτικών
Αιτιατικήμεταναστευτικούςμεταναστευτικέςμεταναστευτικά
Κλητικήμεταναστευτικοίμεταναστευτικέςμεταναστευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →