Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετανεωτερικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο μεταμοντέρνος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετανεωτερικός < μετα- + νεωτερικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετανεωτερικόςμετανεωτερικήμετανεωτερικό
Γενικήμετανεωτερικούμετανεωτερικήςμετανεωτερικού
Αιτιατικήμετανεωτερικόμετανεωτερικήμετανεωτερικό
Κλητικήμετανεωτερικέμετανεωτερικήμετανεωτερικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετανεωτερικοίμετανεωτερικέςμετανεωτερικά
Γενικήμετανεωτερικώνμετανεωτερικώνμετανεωτερικών
Αιτιατικήμετανεωτερικούςμετανεωτερικέςμετανεωτερικά
Κλητικήμετανεωτερικοίμετανεωτερικέςμετανεωτερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →