μετανιτσεϊκός
•
- για φιλόσοφο (ή έργο-δοκίμιο) που θεωρεί (παρουσιάζει ως) δεδομένες τις ιδέες-θεωρήσεις (ή τμήμα αυτών) του Νίτσε, και μελετά προεκτάσεις, επιπτώσεις, εφαρμογές ή συμπεράσματα Βικιλεξικό
- για νιτσεϊστή φιλόσοφο που δεν υπερασπίζεται τον αυτονόητο γι' αυτόν νιτσεϊσμό (τις θεμελιώδεις ιδέες που εξέφρασε ο Νίτσε) αλλά διαχειρίζεται τις επιπτώσεις και τις εφαρμογές του
- για φιλόσοφο (ή έργο-δοκίμιο) που εκφράζει ενστάσεις στο έργο του Νίτσε, προτείνει θεμελιώδεις διορθώσεις, ή διορθώσεις που αφορούν την επικοινώνηση των νιτσεϊκών ιδεών Βικιλεξικό
- σπάνιονιτσεϊκός, για φιλόσοφο ή έργο-δοκίμιο επηρεασμένο από ή μεταγενέστερο του Νίτσε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετανιτσεϊκός | μετανιτσεϊκή | μετανιτσεϊκό |
| Γενική | μετανιτσεϊκού | μετανιτσεϊκής | μετανιτσεϊκού |
| Αιτιατική | μετανιτσεϊκό | μετανιτσεϊκή | μετανιτσεϊκό |
| Κλητική | μετανιτσεϊκέ | μετανιτσεϊκή | μετανιτσεϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετανιτσεϊκοί | μετανιτσεϊκές | μετανιτσεϊκά |
| Γενική | μετανιτσεϊκών | μετανιτσεϊκών | μετανιτσεϊκών |
| Αιτιατική | μετανιτσεϊκούς | μετανιτσεϊκές | μετανιτσεϊκά |
| Κλητική | μετανιτσεϊκοί | μετανιτσεϊκές | μετανιτσεϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →