Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετανιτσεϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για φιλόσοφο (ή έργο-δοκίμιο) που θεωρεί (παρουσιάζει ως) δεδομένες τις ιδέες-θεωρήσεις (ή τμήμα αυτών) του Νίτσε, και μελετά προεκτάσεις, επιπτώσεις, εφαρμογές ή συμπεράσματα Βικιλεξικό
    • για νιτσεϊστή φιλόσοφο που δεν υπερασπίζεται τον αυτονόητο γι' αυτόν νιτσεϊσμό (τις θεμελιώδεις ιδέες που εξέφρασε ο Νίτσε) αλλά διαχειρίζεται τις επιπτώσεις και τις εφαρμογές του
  2. για φιλόσοφο (ή έργο-δοκίμιο) που εκφράζει ενστάσεις στο έργο του Νίτσε, προτείνει θεμελιώδεις διορθώσεις, ή διορθώσεις που αφορούν την επικοινώνηση των νιτσεϊκών ιδεών Βικιλεξικό
  3. σπάνιονιτσεϊκός, για φιλόσοφο ή έργο-δοκίμιο επηρεασμένο από ή μεταγενέστερο του Νίτσε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετανιτσεϊκόςμετανιτσεϊκήμετανιτσεϊκό
Γενικήμετανιτσεϊκούμετανιτσεϊκήςμετανιτσεϊκού
Αιτιατικήμετανιτσεϊκόμετανιτσεϊκήμετανιτσεϊκό
Κλητικήμετανιτσεϊκέμετανιτσεϊκήμετανιτσεϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετανιτσεϊκοίμετανιτσεϊκέςμετανιτσεϊκά
Γενικήμετανιτσεϊκώνμετανιτσεϊκώνμετανιτσεϊκών
Αιτιατικήμετανιτσεϊκούςμετανιτσεϊκέςμετανιτσεϊκά
Κλητικήμετανιτσεϊκοίμετανιτσεϊκέςμετανιτσεϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →