μεταξοΰφαντος
•
- που έχει ραφτεί από νήμα μεταξιού, συνώνυμο του μεταξωτός Βικιλεξικό
- Έφτασε εποχή που τα μεταξοΰφαντα, τα αργυροποίκιλτα και τα χρυσοποίκιλτα υφάσματά της ήταν περιζήτητα στην Αγγλία (Σπάρτη Καρασταμάτη: Η πρώτη Ελληνίδα βιομήχανος, Τα Αθηναϊκά, 6/3/2020 https://www.taathinaika.gr/sparti-karastamati-i-proti-ellinida-viomichanos/)
- μεταφορικάπου είναι στην αφή αστραφτερός και λείος σαν μετάξι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταξοΰφαντος < μετάξ(ι) + -ο- + υφαντός, (μαρτυρείται από το 1889)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξοΰφαντος | μεταξοΰφαντη | μεταξοΰφαντο |
| Γενική | μεταξοΰφαντου | μεταξοΰφαντης | μεταξοΰφαντου |
| Αιτιατική | μεταξοΰφαντο | μεταξοΰφαντη | μεταξοΰφαντο |
| Κλητική | μεταξοΰφαντε | μεταξοΰφαντη | μεταξοΰφαντο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξοΰφαντοι | μεταξοΰφαντες | μεταξοΰφαντα |
| Γενική | μεταξοΰφαντων | μεταξοΰφαντων | μεταξοΰφαντων |
| Αιτιατική | μεταξοΰφαντους | μεταξοΰφαντες | μεταξοΰφαντα |
| Κλητική | μεταξοΰφαντοι | μεταξοΰφαντες | μεταξοΰφαντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →