Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταξοειδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μοιάζει με μετάξι, που είναι όμοιος μ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταξοειδής < μετάξι + -ο- + -ειδής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταξοειδήςμεταξοειδήςμεταξοειδές
Γενικήμεταξοειδούςμεταξοειδούςμεταξοειδούς
Αιτιατικήμεταξοειδήμεταξοειδήμεταξοειδές
Κλητικήμεταξοειδή / μεταξοειδήςμεταξοειδήςμεταξοειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταξοειδείςμεταξοειδείςμεταξοειδή
Γενικήμεταξοειδώνμεταξοειδώνμεταξοειδών
Αιτιατικήμεταξοειδείςμεταξοειδείςμεταξοειδή
Κλητικήμεταξοειδείςμεταξοειδείςμεταξοειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →