μεταξοειδής
•
- που μοιάζει με μετάξι, που είναι όμοιος μ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταξοειδής < μετάξι + -ο- + -ειδής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξοειδής | μεταξοειδής | μεταξοειδές |
| Γενική | μεταξοειδούς | μεταξοειδούς | μεταξοειδούς |
| Αιτιατική | μεταξοειδή | μεταξοειδή | μεταξοειδές |
| Κλητική | μεταξοειδή / μεταξοειδής | μεταξοειδής | μεταξοειδές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξοειδείς | μεταξοειδείς | μεταξοειδή |
| Γενική | μεταξοειδών | μεταξοειδών | μεταξοειδών |
| Αιτιατική | μεταξοειδείς | μεταξοειδείς | μεταξοειδή |
| Κλητική | μεταξοειδείς | μεταξοειδείς | μεταξοειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →