μεταξοϋφαντουργία
•
- μονάδα παραγωγής υφαντών από μετάξι Βικιλεξικό
- ο τομέας παραγωγής υφαντών από μετάξι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταξοϋφαντουργία < μετάξ(ι) + -ο- + υφαντ(ο) + -ουργία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξοϋφαντουργία | μεταξοϋφαντουργίες |
| Γενική | μεταξοϋφαντουργίας | μεταξοϋφαντουργιών |
| Αιτιατική | μεταξοϋφαντουργία | μεταξοϋφαντουργίες |
| Κλητική | μεταξοϋφαντουργία | μεταξοϋφαντουργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →