μεταξόνιο
•
- μηχανικήη απόσταση μεταξύ των αξόνων· η απόσταση μεταξύ των κέντρων του μπροστινού και του πίσω τροχού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταξόνιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μεταξόνιον. Μορφολογικά αναλύεται σε μετ- + άξον(ας) + -ιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξόνιο | μεταξόνια |
| Γενική | μεταξονίου / μεταξόνιου | μεταξονίων |
| Αιτιατική | μεταξόνιο | μεταξόνια |
| Κλητική | μεταξόνιο | μεταξόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →