μεταπήδηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταπηδώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταπήδηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταπήδησις < μεταπηδάω / μεταπηδῶ < μετα- + αρχαία ελληνική πηδάω / πηδῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταπήδηση | μεταπηδήσεις |
| Γενική | μεταπήδησης | μεταπηδήσεων |
| Αιτιατική | μεταπήδηση | μεταπηδήσεις |
| Κλητική | μεταπήδηση | μεταπηδήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →