μεταποιημένος
•
- που έχει υποστεί μηχανική ή χημική επεξεργασία, που αποτελεί προϊόν της βιοτεχνίας ή της βιομηχανίας Βικιλεξικό
- για ρούχο που το έχουμε μετατρέψει ώστε να ταιριάζει καλύτερα στο σώμα αυτού που το φοράει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μεταποιώ
Άλλοι τύποι
μεταποιημέναμεταποιημένεμεταποιημένεςμεταποιημένημεταποιημένηςμεταποιημένομεταποιημένοιμεταποιημένοςμεταποιημένουμεταποιημένουςμεταποιημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →