Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταπτυχιακό

/me.ta.pti.çi.aˈko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το δίπλωμα που αποκτάται μετά την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών σπουδών Βικιλεξικό
    • Τριάντα χρονών πια, με μεταπτυχιακό. Δηλαδή κουρελόχαρτο. Τη σχολή την είχε τελειώσει πριν από χρόνια με άριστα. Στη συνέχεια μεταπτυχιακό με τον καλύτερο καθηγητή. (Αλέξης Σταμάτης, Χαμαιλέοντες, (Αθήνα: Καστανιώτης), 2013. σελ. 270)
    • Πήρα το πτυχίο στα τέσσερα χρόνια και μετά μου έρχεται η φλασιά. Λέω, εντάξει, δυο χιλιάρικα τα 'χεις για τα δίδακτρα. Έψαξα, βρήκα ένα μεταπτυχιακό που να μου ταιριάζει, που να μπορώ να το φέρω εις πέρας. (Σοφία Νικολαΐδου, Το χρυσό βραχιόλι, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)

Ετυμολογία

μεταπτυχιακό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μεταπτυχιακός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταπτυχιακόμεταπτυχιακά
Γενικήμεταπτυχιακούμεταπτυχιακών
Αιτιατικήμεταπτυχιακόμεταπτυχιακά
Κλητικήμεταπτυχιακόμεταπτυχιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →