μεταπτωτική βαθμίδα
•
- γλωσσολογίακάθε μορφή της ρίζας που προκύπτει από μεταπτώσεις Βικιλεξικό
- το ρήμα λείπω έχει μεταπτωτικές βαθμίδες λειπ-, λιπ-, λοιπ-
Ετυμολογία
μεταπτωτική βαθμίδα < → δείτε τις λέξεις μεταπτωτικός και βαθμίδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταπτωτική βαθμίδα | μεταπτωτικές βαθμίδες |
| Γενική | μεταπτωτικής βαθμίδας | μεταπτωτικών βαθμίδων |
| Αιτιατική | μεταπτωτική βαθμίδα | μεταπτωτικές βαθμίδες |
| Κλητική | μεταπτωτική βαθμίδα | μεταπτωτικές βαθμίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →