Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετασεισμός

/me.ta.siˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σεισμολογίασεισμός που γίνεται μετά από τον κύριο σεισμό και είναι (συνήθως) μικρότερης έντασης Βικιλεξικό
    • Αναστάτωση στους κατοίκους χωριών της Φθιώτιδας προκάλεσαν οι δύο μετασεισμοί, 4,9 και 4,6 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, που σημειώθηκαν νωρίς το απόγευμα με επίκεντρο την Ελάτεια. (enet.gr εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 09/08/2013])

Ετυμολογία

μετασεισμός < μετα- + σεισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετασεισμόςμετασεισμοί
Γενικήμετασεισμούμετασεισμών
Αιτιατικήμετασεισμόμετασεισμούς
Κλητικήμετασεισμέμετασεισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →