Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετασκευαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μετασκευή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετασκευαστικός < ελληνιστική κοινή μετασκευαστικός < αρχαία ελληνική μετασκευάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετασκευαστικόςμετασκευαστικήμετασκευαστικό
Γενικήμετασκευαστικούμετασκευαστικήςμετασκευαστικού
Αιτιατικήμετασκευαστικόμετασκευαστικήμετασκευαστικό
Κλητικήμετασκευαστικέμετασκευαστικήμετασκευαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετασκευαστικοίμετασκευαστικέςμετασκευαστικά
Γενικήμετασκευαστικώνμετασκευαστικώνμετασκευαστικών
Αιτιατικήμετασκευαστικούςμετασκευαστικέςμετασκευαστικά
Κλητικήμετασκευαστικοίμετασκευαστικέςμετασκευαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →