Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετασχηματιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ηλεκτρολογίαηλεκτρική συσκευή αποτελούμενη από επαγωγικά συζευγμένους αγωγούς που μεταφέρει ενέργεια μεταξύ δύο κυκλωμάτων και χρησιμοποιείται κυρίως για την μεταβολή της τάσης εναλλασσόμενου ρεύματος. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετασχηματιστής < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική transformateur < transformer, (μετασχηματίζω), μετασχηματισ- + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετασχηματιστήςμετασχηματιστές
Γενικήμετασχηματιστήμετασχηματιστών
Αιτιατικήμετασχηματιστήμετασχηματιστές
Κλητικήμετασχηματιστήμετασχηματιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →